υδροδείκτης

υδροδείκτης
και υδροδείχτης, ο, Ν
τεχνολ. βαθμονομημένος γυάλινος σωλήνας μικρής διαμέτρου, που χρησιμεύει για τον έλεγχο τής στάθμης τού νερού σε λέβητα ή σε δεξαμενή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)-* + δείκτης. Η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • υδρ(ο)- — ΝΜΑ 1. πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής Ελληνικής που ανάγεται στο θ. ὑδρ τού ὕδωρ (για την ετυμολ. τού συνθετικού βλ. λ. ύδωρ) 2. πρώτο συνθετικό πολλών επιστημονικών όρων που έχουν εισαχθεί στη Νέα Ελληνική ως αντιδάνεια ή νόθα αντιδάνεια, το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”